διαλυτικός

δια-λῠτικός, ή, όν,
A able to sever, τινός (sc. τέχνη) Pl.Plt.281a; destructive, Id.Ti.60b; opp. γεννητικός, Phld.D.3.9. Adv.

-κῶς Arist.Top.153b32

.
II Medic., relaxing,

νότοι Hp.Aph.3.5

.
III embodying a settlement or compromise,

ὁμολογία PMasp.154.1

(vi A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλυτικός — able to sever masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικός — ή, ό (AM διαλυτικός, ή, όν) 1. ο ειδικευμένος στη διάλυση 2. ο αναφερόμενος στη διάλυση προγενέστερης σύμβασης ή συμφωνίας 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα διαλυτικά οι δύο οριζόντιες στιγμές (··) που μπαίνουν πάνω στα ελληνικά φωνήεντα ι, υ… …   Dictionary of Greek

  • διαλυτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει ικανότητα να διαλύει και μτφ. να καταστρέφει: Οι αιρέσεις δημιουργούνται από τα διαλυτικά στοιχεία των θρησκειών. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., διαλυτικά ορθογραφικό σημάδι από δύο τελείες (··), για να χωρίζονται… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλυτικά — διαλυτικός able to sever neut nom/voc/acc pl διαλυτικά̱ , διαλυτικός able to sever fem nom/voc/acc dual διαλυτικά̱ , διαλυτικός able to sever fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικώτερον — διαλυτικός able to sever adverbial comp διαλυτικός able to sever masc acc comp sg διαλυτικός able to sever neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικῶν — διαλυτικός able to sever fem gen pl διαλυτικός able to sever masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικόν — διαλυτικός able to sever masc acc sg διαλυτικός able to sever neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικώτατον — διαλυτικός able to sever masc acc superl sg διαλυτικός able to sever neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικαί — διαλυτικός able to sever fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικοί — διαλυτικός able to sever masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτικούς — διαλυτικός able to sever masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.